
Βιομηχανικά τιμολόγια με βάση το κόστος και όχι την οριακή τιμή, διατήρηση του πλαφόν του 10% στις αυξήσεις και διαμόρφωση νέων τιμολογίων με βάση τις βασικές αρχές που όρισε η ΡΑΕ, είναι οι τρεις κρίσιμες συνισταμένες της χθεσινής απόφασης της Ρυθμιστικής Αρχής σε σχέση με τους μεγάλους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται για απόφαση που ανοίγει νέους ορίζοντες και δημιουργεί για τη ΔΕΗ και τους πελάτες υψηλής τάσης προϋποθέσεις ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Η συγκεκριμένη απόφαση άλλωστε αναμενόταν και από τις δύο πλευρές, προκειμένου να καθίσουν στο τραπέζι (η ΔΕΗ με κάθε πελάτη χωριστά), προκειμένου να αναζητηθεί η νέα πλατφόρμα για την τιμολόγηση των πελατών ΥΤ.
Οριακή Τιμή
Πρόσφατα η ΔΕΗ μέσω του προέδρου της Αρθούρου Ζερβού είχε ζητήσει τη σύνδεση των τιμολογίων με την οριακή τιμή του συστήματος, κάτι που μπορεί στην παρούσα φάση να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση των πελατών υψηλής τάσης, όπου και τα τιμολόγια είναι ελεύθερα. Αν και επί της αρχής η ΡΑΕ εμφανίζεται θετική στο αίτημα, επί της ουσίας αναλύει ένα εκτενές σκεπτικό βάσει του οποίου οι στρεβλώσεις της αγοράς είναι τέτοιες που – έστω και εάν αυτό δε συμβαίνει – επιτρέπουν στη ΔΕΗ να διαμορφώνει καθοριστικά την ΟΤΣ μέσω των προσφορών που υποβάλει στον ημερήσιο προγραμματισμό.
Επιπλέον στο σκεπτικό της απόφασης, σημειώνεται ότι με βάση το ισχύον σύστημα (mandatory pool) για να ανακτηθεί το κόστος παραγωγής, οι τιμές διαμορφώνονται με βάση το υψηλό κόστος της τελευταίας μονάδας που μπαίνει στο σύστημα. Καθώς λοιπόν δε διαθέτουν όλοι οι παραγωγοί το ίδιο μείγμα (πχ λιγνίτη) ώστε να έχουν όλοι οι ανταγωνιστές το ίδιο μέσο κόστος.
Όσο αυτό δε συμβαίνει, δηλαδή να υπάρχει πρόσβαση στο ίδιο μείγμα καυσίμου, τότε στην αγορά δημιουργείται η εξής κατάσταση: προκειμένου να καλυφθεί το κόστος της ακριβότερης μονάδας διαμορφώνονται ανάλογες τιμές, με αποτέλεσμα οι ακριβές μονάδες να ανακτούν με δυσκολία τα έσοδά τους, οι καταναλωτές πληρώνουν τιμολόγια που περίπου αντιστοιχούν στο οριακό κόστος του συστήματος και όποιος παραγωγός διαθέτει μονάδες παραγωγής χαμηλότερου κόστους από την οριακή μονάδα, καρπούται το πλεόνασμα του παραγωγού που δημιουργείται.
«Είναι προφανές ότι μια υγιής λύση, η οποία μακροπρόθεσμα θα οδηγούσε λόγω ανταγωνισμού σε χαμηλότερες τιμές για τον τελικό καταναλωτή, θα ήταν όλοι οι προμηθευτές να διαθέτουν πρόσβαση σε διαφοροποιημένους πόρους παραγωγής, και συνεπώς παρόμοιο μέσο κόστος παραγωγής, ώστε τελικά ο ανταγωνισμός, που αυτή τη στιγμή εμφανίζεται μόνο μεταξύ των μονάδων φυσικού αερίου, να επεκταθεί και στο σύνολο της παραγωγής, ώστε να αποβεί σε μακροχρόνιο όφελος υπέρ των καταναλωτών» αναφέρει χαρακτηριστικά στο σκεπτικό της απόφασής της η ΡΑΕ, η οποία καταλήγει ότι τα τιμολόγια θα πρέπει να αντανακλούν το πραγματικό κόστος (και όχι την οριακή τιμή του συστήματος με βάση το σκεπτικό που προηγήθηκε).
Στο σκεπτικό της ίδιας απόφασης επαναλαμβάνεται η παλαιότερη απόφαση για το πλαφόν του 10% στις αυξήσεις των πελατών υψηλής τάσης, επί των τότε ισχυόντων τιμολογίων.
Tailor made τιμολόγια
Στην απόφαση – σταθμός της ανεξάρτητης αρχής, καθορίζονται πέντε προϋποθέσεις, βάσει των οποίων η ΔΕΗ δύναται να τιμολογεί τους πελάτες Υψηλής Τάσης διαφοροποιημένα, ακόμη και κάτω από το κόστος της Οριακής Τιμής του Συστήματος.
Όπως σημειώνει η ΡΑΕ για να υπάρξουν τα λεγόμενα «tailor made» τιμολόγια, θα πρέπει να τηρούνται οι αρχές του ανταγωνισμού (μη διακριτική μεταχείριση πελάτη) και να αποφεύγονται οι σταυροειδείς επιδοτήσεις
Οι πέντε όροι
Σύμφωνα με τη ΡΑΕ οι μεγάλοι πελάτες που δεν εντάσσονται σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία πελατών, μπορούν έχουν διαφοροποιημένη τιμολόγηση για τους ακόλουθους λόγους:
α) Εφόσον έχουν συμφωνηθεί ειδικοί όροι όπως το διακοπτόμενο φορτίο. Δηλαδή εάν ο πελάτης είναι έτοιμος και διαθέσιμος να διακόψει το φορτίο του για ορισμένες ώρες στο χρόνο τότε ο προμηθευτής προσφέρει κάποια έκπτωση ή επιστροφή χρημάτων ή πίστωση. Ο προμηθευτής οφελείται στην περίπτωση που δεν έχει συμβολαιοποιήσει αρκετές ποσότητες για τις ανάγκες των πελατών του ή αποφεύγει υψηλές χρεώσεις στην αιχμή της ζήτησης. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει οι όροι να έχουν προσυμφωνηθεί, να είναι σαφείς και να περιλαμβάνονται στη σύμβαση. Η ΡΑΕ επισημαίνει έτι περαιτέρω ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το όποιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να έχει η δραστηριοποίηση πολύ μεγάλων καταναλωτών, η κατανάλωση των οποίων, από μόνη της, μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία και, συνεπώς, το συνολικό κόστος του Συστήματος.
γ) Ανάλογα με τον όγκο της κατανάλωσης εφόσον υπάρχουν μεγάλες καταναλώσεις ή φορτία με μεγαλύτερη ελαστικότητα ζήτησης ο προμηθευτής μπορεί ενδεχομένως να δεχθεί μικρότερο περιθώριο κέρδους/ απόδοσης και να προσφέρει σχετική έκπτωση.
δ) Το κόστος εξυπηρέτησης και διαχείρισης Μεγάλων Πελατών είναι αναλογικά μικρότερο από αυτό των μικρότερων Πελατών, οπότε και η αντίστοιχη χρέωση μπορεί να διαφοροποιείται.
ε) Η δομή των ανταγωνιστικών χρεώσεων, μπορεί να διαφοροποιείται και είναι θέμα διαπραγμάτευσης μεταξύ Προμηθευτή και Πελάτη. Με τη διαφοροποίηση των ζωνών, και σε σχέση πάντα με τη συγκεκριμένη καμπύλη φορτίου του Πελάτη, διαφοροποιούνται και οι τιμές. Π.χ. επέκταση ωρών ζώνης χαμηλού φορτίου ενδεχομένως να οδηγεί σε αύξηση της χρέωσης, αφού πιθανότατα προστίθενται ώρες υψηλότερου φορτίου και συνεπώς υψηλότερης τιμής. Αντίστοιχα, θα επηρεάζεται η τιμή στις λοιπές ζώνες που τροποποιούνται
ΡΑΕ προς ΔΕΗ: Τιμολογείστε τη βιομηχανία με βάση το κόστος παραγωγής και όχι την ΟΤΣ



0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου