Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2011


Στα πλαίσια της ανασυγκρότησης της χώρας το 1950 και σε συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης και της υπηρεσίας οικονομικής συνεργασίας των ΗΠΑ, η αμερικανική εταιρεία Ebasco Services Inc εξεπόνησε μελέτη με τον τίτλο "Πρόγραμμα Ηλεκτρικής Ενέργειας της Ελλάδος" (Ιανουάριος 1950), προτείνοντας την ανάπτυξη ενός εθνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε στην Ebasco με πενταετές συμβόλαιο (μέχρι 31.12.1955) την ανάπτυξη του ηλεκτρικού συστήματος και τη διεύθυνση των έργων, με έμφαση τη μεταφορά τεχνογνωσίας στα πρότυπα/κανονισμούς και τις προδιαγραφές καθώς και την εκπαίδευση του ελληνικού προσωπικού που θα ανελάμβανε εν συνεχεία τη διαχείριση των έργων. Η συμβολή Ελλήνων μηχανικών, αρχικά σαν συμβούλων στο τότε υπουργείο Συντονισμού και μετέπειτα μαζί με την Ebasco, στη διαμόρφωση αυτού του πλαισίου για τον ηλεκτρικό τομέα ήταν πολύτιμη.
Το νομοθετικό πλαίσιο για τον εξηλεκτρισμό της χώρας αρχίζει με τον ιδρυτικό Νόμο της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Ν. 1468 της 2/8/1950). Η ιδέα ήταν επιτυχής και ώριμη για τον τεχνικό κόσμο ενώ ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες της κοινωνίας και του επιχειρηματικού κόσμου. Το θεσμικό πλαίσιο ήταν επιτυχές και απετέλεσε την αφετηρία και τη βάση για την επιτυχή ανάπτυξη της ΔΕΗ. O χαρακτήρας που δόθηκε στη ΔΕΗ, "σαν δημόσια επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο ελληνικό δημόσιο, λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσα όμως υπό την ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχον του κράτους", απετέλεσε μια καινοτομία στο δημόσιο τομέα.
Τα αποκλειστικά προνόμια που της δίδονταν ήταν η ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών σταθμών, των θερμικών σταθμών με προτίμηση τα εγχώρια καύσιμα (λιγνίτες), το δίκτυο μεταφοράς και μετέπειτα προστέθηκε το προνόμιο της διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ΑΝ. 1672 της 28.01.1951), ενώ φαίνεται ότι αρχική σκέψη ήταν η διανομή να γίνεται από τους δήμους, συνεταιρισμούς ή τις ιδιωτικές εταιρείες.
Η επιμονή στην κατά το δυνατό αποκλειστική χρήση των εγχώριων πηγών ενέργειας είναι προφανής και τονίζεται ιδιαίτερα, ενώ για την ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών έργων υπάρχει η υποχρέωση της μέριμνας για έργα πολλαπλού σκοπού (αρδεύσεις, αντιπλημμυρικά, κ.λπ.).
Στις υποχρεώσεις της ΔΕΗ αναφέρονταν η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας προς τους αγροτικούς και αστικούς πληθυσμούς στη φθηνότερη δυνατή τιμή, ενεργούσα βάσει υγιών εμπορικών αρχών και μεθόδων της ιδιωτικής επιχειρηματικής οικονομίας, ενώ τα πάσης φύσεως τιμολόγια της ΔΕΗ δεν υπόκεινται σε έγκριση εκ μέρους του κράτους.
Τα όργανα της διοίκησης της ΔΕΗ (ΒΔ 28.01.1951) αποτελούνταν από το διοικητικό συμβούλιο και τον γενικό διευθυντή, την αντιπροσωπευτική συνέλευση και το συμβούλιο ελέγχου. Το διοικητικό συμβούλιο και ο γενικός διευθυντής διορίζονταν για πενταετή θητεία, ενώ στο διάστημα αυτό τυχόν αντικατάσταση μπορούσε να γίνει αιτιολογημένα από την αντιπροσωπευτική συνέλευση ή την κυβέρνηση μόνο για σοβαρά παραπτώματα, με αποτέλεσμα να εξασφαλισθεί αξιοκρατικά σταθερή, μακρόβια και ικανή διοίκηση, απερίσπαστη στο έργο της κατά τα πρώτα χρόνια ανάπτυξης της ΔΕΗ όπου ήταν συχνές οι αλλαγές κυβερνήσεων και προσώπων στη χώρα.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η επιτυχής εξέλιξη της ΔΕΗ οφείλεται κατ' αρχήν στο θεσμικό πλαίσιο και στην οργανωτική δομή που επεξεργάσθηκε και συγκρότησε τότε η Ebasco με τους Έλληνες μηχανικούς που στελέχωσαν την επιχείρηση.

Το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας
Το πρώτο πενταετές ενεργειακό πρόγραμμα της ΔΕΗ προϋπολογισμού 83 εκατομ. δολ. περιλάμβανε τρεις υδροηλεκτρικούς σταθμούς (ΥΗΣ Άγρα, Λούρου, Λάδωνα) και έναν λιγνιτικό σταθμό στο Αλιβέρι μαζί με τις αντίστοιχες γραμμές μεταφοράς και υποσταθμούς. Είναι προφανής η επιλογή των εγχώριων ενεργειακών πόρων, αντί των εύκολων λύσεων των πετρελαϊκών σταθμών, με κατανομή της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων σε όλη την επικράτεια και με θετικές επιπτώσεις στην περιφερειακή ανάπτυξη. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε έγκαιρα και με επιτυχία, χωρίς καθυστερήσεις, σημειώνοντας ότι τα έργα αυτά βρίσκονται ακόμη σε λειτουργία σήμερα σχεδόν 50 χρόνια από τότε.
Στους τομείς της μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας έγιναν οι πιο επιτυχείς επιλογές. Το εθνικό σύστημα μεταφοράς σχεδιάσθηκε στα 150 kV, που ήταν η υψηλότερη τάση τότε με ελάχιστες ακόμη εφαρμογές στον ευρωπαϊκό χώρο. Oι γραμμές της μέσης τάσης σχεδιάσθηκαν στα 15 kV που ήταν και η τάση παραγωγής των ηλεκτρικών μονάδων του συστήματος, ενώ η χαμηλή τάση στα 220/380 V. Oι επιλογές αυτές αποτελούσαν τις πλέον σύγχρονες τεχνολογίες του ηλεκτρικού τομέα (state-of the-art) τότε και παραμένουν μέχρι σήμερα με την προσθήκη του συστήματος μεταφοράς των 400 kV και τη σταδιακή αλλαγή στο πρόσφατο παρελθόν της μέσης τάσης στα 20kV.
Το επόμενο ενεργειακό πρόγραμμα συνέχισε με τις ίδιες αρχές συμπεριλαμβάνοντας την πρώτη λιγνιτική μονάδα της Πτολεμαΐδας και τον υδροηλεκτρικό σταθμό Ταυρωπού. Στην πρώτη δεκαετία είχε ήδη συντελεσθεί η εξαγορά όλων σχεδόν των τοπικών εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας ενώ πρωταρχικό στόχο της ΔΕΗ αποτελούσε ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι με τον εξηλεκτρισμό συμβαδίζει και ο σύγχρονος πολιτισμός που βελτιώνει την ποιότητα ζωής. Παράλληλη δραστηριότητα ανέπτυξε στα νησιά με τη δημιουργία σύγχρονων αυτόνομων σταθμών για την ηλεκτροδότησή τους διατηρώντας ενιαία τιμολόγια σε όλη τη χώρα ανεξαρτήτως κόστους τοπικής παραγωγής και διανομής.
Η πολιτική της επιχείρησης τότε ήταν η αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας και με στόχο ώστε να διαμορφωθεί ένα φορτίο και μια ανεκτή καμπύλη ζήτησης στο σύστημα στη διάρκεια της ημέρας και νύκτας. Τα αντίστοιχα τιμολόγια είχαν αυτήν τη δομή με τιμές αρκετά χαμηλότερες εκείνων που ίσχυαν πριν με τους τοπικούς σταθμούς. Παράλληλα, στα αστικά κέντρα είχαν δημιουργηθεί ειδικές υπηρεσίες εξυπηρέτησης κοινού και έκθεση με εντυπωσιακή οργάνωση και η λειτουργία, όπου γίνονταν ενημέρωση των καταναλωτών για την ορθή χρήση των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών. Επίσης, τα κέντρα αυτά διευκόλυναν τους καταναλωτές για την αγορά των ηλεκτρικών συσκευών από επιλεγμένα και συμβεβλημένα καταστήματα με τη δυνατότητα εξόφλησής τους με δόσεις μαζί με τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος.

Το Προσωπικό στην Ανάπτυξη της ΔΕΗ
Η στελέχωση της επιχείρησης γινόνταν με διαφάνεια και αξιοκρατικά κριτήρια. Oι μηχανικοί ήταν στην κορυφή της ιεραρχίας της επιχείρησης με εξουσία και υπευθυνότητα στη διοίκηση. Η παραγωγικότητα του προσωπικού χωρίς περιττή γραφειοκρατία έφθανε σε αφάνταστα υψηλά επίπεδα που ξεπερνούσε τα επίπεδα αντίστοιχων εταιρειών στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ. Oι αποδοχές ήταν από τις υψηλότερες στο δημόσιο τομέα αλλά και στην αγορά εργασίας και ανταποκρίνονταν στην προσφερόμενη εργασία χωρίς τη διάκριση φύλου.
Σαν σύγχρονη επιχείρηση απέδιδε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση του προσωπικού η οποία κατά κανόνα γίνονταν μέσα στην επιχείρηση από τα στελέχη της και σε ορισμένες περιπτώσεις στο εξωτερικό, παρακολουθώντας τις σύγχρονες τεχνολογίες στον τομέα. Εκτός από τις σχολές για την ταχύρυθμη εκπαίδευση του τεχνικού προσωπικού ίδρυσε και λειτούργησε τη μέση τεχνική σχολή της ΔΕΗ με τριετή εκπαίδευση στην οποία είχα την τύχη να διδάξω επί έξι χρόνια. Ίσως ήταν η καλύτερη τεχνική σχολή στη χώρα για το αντικείμενό της που στελέχωσε τις τεχνικές υπηρεσίες της ΔΕΗ επί σειρά ετών μέχρι που έκλεισε το 1980. Η υψηλή της στάθμη οφείλονταν κυρίως στην αξιοκρατική επιλογή των υποψηφίων μαθητών ώστε να εισέρχονται οι καλύτεροι, καθώς και στην οργάνωση και δομή της εκπαίδευσης. Το κλείσιμο της σχολής στέρησε τη ΔΕΗ αλλά και την αγορά εργασίας στη χώρα από τα αναγκαία ικανά στελέχη μέσης στάθμης. Είχε οργανώσει την υπηρεσία πρόληψης ατυχημάτων με ένα αξιόλογο έργο τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης, μοναδικό για τη χώρα, που περιόρισε στο έπακρο τα ατυχήματα αλλά και τις ζημίες.
Για τα νέα έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που είναι σύνθετα έργα, η επιχείρηση χρησιμοποιούσε ξένους συμβούλους-εταιρείες με πλούσια εμπειρία σε αντίστοιχα έργα για τη μελέτη και επίβλεψη κατασκευής και σε συνεργασία με τα αντίστοιχα κλιμάκια μελετών και κατασκευών της ΔΕΗ. Αυτό συνέβαλε στη μεταφορά πολύτιμης τεχνογνωσίας στη ΔΕΗ αλλά και στις ελληνικές τεχνικές εταιρείες που ανελάμβαναν την κατασκευή των έργων. Τα έργα εκτελούντο χωρίς καθυστερήσεις και συνήθως στα πλαίσια του προϋπολογισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι με αυτή τη δομή κανένα νέο έργο παραγωγής, ιδιαίτερα τα υδροηλεκτρικά που είναι από τα δυσκολότερα έργα, δεν καθυστέρησε και όλα λειτούργησαν στον προβλεπόμενο χρόνο χωρίς απώλειες ενέργειας. Παράλληλα με τη μεταφορά και αφομοίωση τεχνογνωσίας το προσωπικό της ΔΕΗ ανέπτυξε αξιόλογη τεχνογνωσία σε όλους τους τομείς παραγωγής, μεταφοράς και διανομής που την κατέστησαν μια δυναμικά αναπτυσσόμενη επιχείρηση στη χώρα. Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι υπήρξαν επανειλημμένως αρκετές προτάσεις στη ΔΕΗ για τεχνική βοήθεια στον ηλεκτρικό τομέα σε αναπτυσσόμενες χώρες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου, χωρίς όμως συνέχεια κυρίως λόγω αδυναμίας συστάσεως μιας θυγατρικής επιχείρησης, όπως γίνεται σε άλλες αντίστοιχες εταιρείες στην Ευρώπη.
Στις δεκαετίες του '60 και του '70 και μετέπειτα, στα πλαίσια αξιοποίησης των εγχώριων ενεργειακών πόρων η ΔΕΗ ανέπτυξε τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα του Αχελώου, του Αλιάκμονα και του Άραχθου και τα λιγνιτικά κέντρα Κοζάνης-Πτολεμαΐδας και Μεγαλόπολης, ενώ τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη του υδροδυναμικού του Νέστου και της Ηπείρου. Επίσης ένας αριθμός μονάδων βαρέως πετρελαίου κάλυψε εμβόλιμα τον υψηλό ρυθμό ζήτησης περιορίζοντας τυχόν προβλήματα ηλεκτροδότησης της Αττικής. Στις δεκαετίες του '80 και '90 πρόσθετες λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μονάδες εντάχθηκαν στο σύστημα, όπως και θερμικές μονάδες στα νησιά, ενώ το φυσικό αέριο άρχισε να συμμετέχει με έντονα ανοδικές τάσεις στην ηλεκτροπαραγωγή. Τα υδροηλεκτρικά έργα της ΔΕΗ με την ικανότητα συγκέντρωσης υδατικών αποθεμάτων σε υπερημερήσια βάση απετέλεσαν έργα πολλαπλού σκοπού αφού συνέβαλαν στην κάλυψη των αναγκών ύδρευσης και άρδευσης και στην αντιπλημμυρική προστασία των περιοχών, μεγιστοποιώντας το κοινωνικό όφελος.
O εξηλεκτρισμός της χώρας συντελέσθηκε πολύ γρήγορα και δικαίως αναφέρεται σαν το "θαύμα του εξηλεκτρισμού", ώστε σε τρεις δεκαετίες η χώρα να φθάσει το επίπεδο των χωρών της Ευρώπης και εδώ και καιρό να μιλάμε για 100% εξηλεκτρισμό τόσο στην ηπειρωτική χώρα όσο και στη νησιωτική. O εξόχως κοινωνικός ρόλος της ΔΕΗ αλλά και ο χαρακτήρας της σαν αναπτυξιακός παράγων με σεβασμό στο περιβάλλον, χρησιμοποιήθηκε από τις εκάστοτε κυβερνήσεις για την άσκηση κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.
Τα μεγάλα έργα της ΔΕΗ βοήθησαν στη δημιουργία μεγάλων τεχνικών εταιρειών με ευμενείς επιπτώσεις και στα δημόσια έργα υποδομής, ενώ οι ανάγκες της σε εξοπλισμό στήριξαν τη δημιουργία σημαντικού αριθμού νέων βιομηχανικών μονάδων. Η ΔΕΗ με τη δυναμική της συνέβαλε στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας και στην κατάταξή της στην κατηγορία των αναπτυγμένων χωρών. Η αξιοπιστία στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και η ποιότητα των υπηρεσιών κατατάσσουν τη ΔΕΗ σαν μία από τις καλύτερες επιχειρήσεις ηλεκτρισμού της Ευρώπης.
Βασικός παράγοντας σε αυτήν την πορεία της ΔΕΗ αποτέλεσε το προσωπικό της και ιδιαίτερα το τεχνικό προσωπικό. Oι μηχανικοί της που αποτελούν το μεγαλύτερο τεχνικό δυναμικό επιχείρησης στη χώρα, επωμίσθηκαν το φορτίο και τις ευθύνες για την ανάπτυξη του ηλεκτρικού τομέα. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι στα αρχικά στάδια ανάπτυξης της ΔΕΗ έγινε μετακίνηση τεχνικού προσωπικού από την εμπορική ναυτιλία που μετέφερε τις εμπειρίες του για τις ανάγκες λειτουργίας και συντήρησης των θερμικών σταθμών στο διασυνδεδεμένο σύστημα και στα νησιά. Μια έμμεση συμβολή του προσωπικού στην ανάπτυξη της επιχείρησης απετέλεσε το ταμείο ασφάλισης προσωπικού της ΔΕΗ όπου οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, τότε που είχε περιορισμένες παροχές σαν νέα επιχείρηση, χρησιμοποιήθηκαν στα επενδυτικά προγράμματα.
Oι διοικήσεις της ΔΕΗ που μετέπειτα άρχισαν να αποκτούν βραχύ βίο λόγω πολιτικών επιλογών των εκάστοτε κυβερνήσεων, κατά κανόνα ήταν μηχανικοί από τον επαγγελματικό ή ακαδημαϊκό χώρο και συνέβαλαν μαζί με το προσωπικό στην αναπτυξιακή πορεία της επιχείρησης. Είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι η διοίκηση τότε είχε ανοικτή επικοινωνία με τις περιφερειακές μονάδες και με συχνές επισκέψεις γιατί εκεί κτυπά η καρδιά της ΔΕΗ.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί από τις μακρόβιες διοικήσεις η προσφορά της πρώτης διοίκησης της ΔΕΗ μετά την Ebasco στη δεκαετία του '50 με μια πρότυπη οργάνωση δυναμικής και σύγχρονης επιχείρησης του εικοστού αιώνα και αργότερα στη δεκαετία του '70 μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις, η συνετή και με επιτυχείς επιλογές διοίκηση της επιχείρησης υπό τον καθηγητή κ. Μιχάλη Αγγελόπουλο που την οδήγησε στην ενηλικίωση, θέτοντας τις βάσεις για τη ΔΕΗ του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η ΔΕΗ στις νέες συνθήκες της αγοράς
Στα 50 χρόνια πορείας άλλαξαν πολλά στο θεσμικό πλαίσιο της ΔΕΗ αλλά και στον πολιτικο-οικονομικό και κοινωνικό τομέα στη χώρα και στο διεθνές περιβάλλον. Η ΔΕΗ συν τω χρόνω απομακρύνθηκε από το αρχικό της πλαίσιο της υγιούς επιχειρηματικής δράσης και όδευσε σε νοοτροπία και λειτουργία προς μια μάλλον δημόσια υπηρεσία, όπως εξυπηρετούσε τα πρόσωπα και την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Η παρούσα ΔΕΗ απέχει πολύ από την αρχική ΔΕΗ αλλά οι ισχυρές καταβολές της την διατηρούν ακόμη δραστήρια. Η αρχικά υψηλή αξιοπιστία των μονάδων του συστήματος χάρις στις ουσιαστικές συντηρήσεις είναι σήμερα μειωμένη, ενώ η παραγωγικότητα του προσωπικού ακολουθεί πτωτική πορεία. Η αξιοκρατική επιλογή και εξέλιξη του προσωπικού αντικαταστάθηκε από τα "ψυγεία" όπου μεγάλος αριθμός στελεχών έμενε σε ψυχρή εφεδρεία αναμένοντας την επόμενη πολιτική αλλαγή ή τη συνταξιοδότηση. O ορατός κίνδυνος είναι πλέον ότι με την αποχώρηση παλαιοτέρων στελεχών και τις συχνές διαρθρωτικές αλλαγές σε συνδυασμό με την απραξία, κινδυνεύει να χαθεί η τεχνογνωσία που έχει αποκτηθεί στη σχεδίαση, εκτέλεση και συντήρηση των μεγάλων έργων παραγωγής καθώς και της λειτουργίας του συστήματος, προτού αυτή μεταφερθεί στα νεώτερα στελέχη. Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί ότι η τεχνογνωσία που είχε αποκτήσει η ΔΕΗ στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς των μεγάλων τεχνικών έργων ήταν μοναδική στη χώρα, ενώ δεν υπάρχει άλλος υπεύθυνος φορέας ελέγχου όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.
Τα τελευταία χρόνια έγιναν προσπάθειες "αναδιοργάνωσης" και "εξυγίανσης" της ΔΕΗ χωρίς την ενεργό συμμετοχή του προσωπικού, ενώ λείπουν οι σαφείς στρατηγικοί στόχοι και η πνοή στο προσωπικό. Το χαμηλό κόστος παραγωγής με χαμηλά τιμολόγια στους καταναλωτές σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που εξασφαλίσθηκε με σωστές επιλογές και φιλότιμες προσπάθειες και κόπους μισού αιώνα του προσωπικού της το οποίο μπορεί να αισθάνεται περήφανο για το έργο που απετέλεσε, αποτελούν χαρακτηριστικά δυναμικής επιχείρησης στις νέες συνθήκες του ανταγωνισμού.
Η απελευθέρωση της αγοράς του ηλεκτρικού τομέα έδωσε την αφορμή για στρατηγική συρρίκνωσης της ΔΕΗ, μηδενισμό των επενδύσεων και μακρά απραξία του προσωπικού σε σημείο που να αμβλύνεται το ενδιαφέρον του. Η απόφασή της για αναστολή ή κατάργηση του προγράμματος εκτέλεσης των μεγάλων υδροηλεκτρικών (αλλά και νέων λιγνιτικών) χωρίς την αντίδραση της πολιτικής εξουσίας είναι μέγα σφάλμα με συνέπειες στη χώρα και οδηγεί σε καταστάσεις που δεν είναι αναστρέψιμες, ενώ είναι ορατό το φάσμα της στενότητας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στα προσεχή χρόνια. Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια παρανόηση των συνθηκών που δημιουργεί η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που διαφαίνεται και από την ατολμία και καθυστέρηση εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται η ΔΕΗ σε θέσεις άμυνας χωρίς να υπάρχει η πολυτέλεια του αντίπαλου. Μια ματιά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι θα οδηγούσε σε πρωτοβουλίες και πιο ώριμες και αποδοτικές δράσεις στο ελληνικό περιβάλλον που θα συνέβαλε στην προοδευτική δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα σε αυτή την περιοχή με αμοιβαίο όφελος.
Αναμφίβολα, πολύτιμη περιουσία της ΔΕΗ αποτελεί το εξειδικευμένο προσωπικό της. Μόνο αυτό με ικανή διοίκηση και κατάλληλη οργάνωση και στρατηγική μπορεί να οδηγήσει την επιχείρηση στην ανάπτυξη και να τη διατηρήσει ανταγωνιστική στο διεθνές περιβάλλον. Η αξιοποίηση μέρους του προσωπικού σε έργα ανάπτυξης, για λογαριασμό τόσο της ΔΕΗ όσο και της αγοράς όπου υπάρχει έλλειψη, αλλά και σε έργα στο εξωτερικό θα αποτελούσε μια αναγκαία και ωφέλιμη διέξοδο, αντί της απραξίας. Αλλά μιλώντας για αναδιοργάνωση σε μια μεγάλη επιχείρηση φαίνεται ότι εδώ λείπει η δραστηριότητα της έρευνας και ανάπτυξης που χωρίς αυτήν δεν εξασφαλίζεται ούτε η ανταγωνιστικότητα ούτε η βιωσιμότητα στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Η ανάπτυξη της ΔΕΗ στα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας βασίσθηκε κυρίως στο έμψυχο δυναμικό της και στις οργανωτικές αρχές και επιλογές της, που είναι και σήμερα αναγκαία για την ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα της επιχείρησης σε μια απελευθερωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Χαρακτηριστικά, μπορεί να αναφερθεί ότι αν σήμερα εκτελείτο το πρώτο ενεργειακό πρόγραμμα της ΔΕΗ με τις παρούσες οργανωτικές δομές θα απαιτείτο διπλάσιος χρόνος με αβεβαιότητες και σημαντικές επιπτώσεις στην αύξηση του κόστους, παρά τις αυξημένες τεχνικές δυνατότητες σήμερα στις κατασκευές. O νέος μηχανικός τότε περιβάλλονταν με εξουσία και με υπευθυνότητες με ουσιαστικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και εμπιστοσύνη στην όλη ιεραρχία, που σήμερα δεν έχει ούτε ο γενικός διευθυντής. Επειδή όμως η ΔΕΗ πρέπει να αποκτήσει τον δυναμισμό που είχε για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας στο νέο περιβάλλον και την προσφορά της στη χώρα, μια αναδρομή στην αφετηρία και την πορεία της επιχείρησης θα ήταν αναγκαία και ωφέλιμη για τη συνέχεια, γιατί η εξασφάλιση της αδιάλειπτης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας με ανταγωνιστικό κόστος και με έμφαση στη διαφάνεια, χωρίς εξαρτήσεις και επιπτώσεις από τους διεθνείς κλυδωνισμούς, αποτελεί στρατηγικό στόχο για τη χώρα.
Επομένως, η έμπρακτη πολιτική βούληση για την αναγέννηση της ΔΕΗ στο νέο περιβάλλον πριν γίνουν έντονα τα φαινόμενα γήρανσης, κρίνεται αναγκαία.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου