Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2013
Η ΡΑΕ ανακοινώνει σήμερα τις ρυθμιστικές αποφάσεις που ελήφθησαν ομόφωνα στην Ολομέλεια της 11ης Ιουλίου 2013 (Απόφαση 338/2013 και Απόφαση 339/2013), αναφορικά με τα βραχυπρόθεσμα μεταβατικά μέτρα που είναι αναγκαία, ώστε να καταστεί δυνατή η σταδιακή ενσωμάτωση των κανόνων της ενιαίας ευρωπαϊκής χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Target Model) στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας, μέχρι το 2015. Οι συγκεκριμένες ρυθμιστικές αποφάσεις αφορούν τον επανασχεδιασμό, τροποποίηση ή/και κατάργηση των μεταβατικών μηχανισμών και μέτρων που είχαν θεσπιστεί για να υποστηρίξουν, στα πρώτα του στάδια, το άνοιγμα της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού. Με τις ως άνω ρυθμιστικές αποφάσεις ολοκληρώνεται το πρώτο στάδιο της πρωτοβουλίας που έχει αναλάβει η ΡΑΕ για τη συνολική αναδιοργάνωση της εγχώριας χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, έχοντας προηγηθεί, το Νοέμβριο του 2012, η υποβολή στο Υπουργείο ΠΕΚΑ των αρχικών προτάσεων της Αρχής, οι οποίες και εγκρίθηκαν με την από 04.02.2013 επιστολή του αρμόδιου Υφυπουργού. Οι τελικές εξειδικευμένες προτάσεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στη συνέχεια, μετά από πολύμηνη συνεργασία και ανταλλαγή απόψεων των συμμετεχόντων δημόσιων φορέων (ΡΑΕ, ΑΔΜΗΕ και ΛΑΓΗΕ), υποβλήθηκαν στις 19.06.2013 στο ΥΠΕΚΑ, το οποίο και έδωσε τη σύμφωνη γνώμη του στις 09.07.2013 (επισυναπτόμενη επιστολή). Οι εξειδικευμένες αυτές προτάσεις αποτελούν τη βάση των επισυναπτόμενων ρυθμιστικών αποφάσεων της Αρχής. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τις προβλέψεις του εν ισχύ Μνημονίου, ιδίως της παραγράφου 6.1.6 (“Planning the development of the electricity market in the medium to long term”), τα ρυθμιστικά μέτρα που αποφασίστηκαν στοχεύουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και εκπλήρωση των προβλέψεων αυτών, έχουν αυστηρά μεταβατικό χαρακτήρα, η δε δυνατότητα λήψης τους βασίζεται στις εξουσιοδοτήσεις του νόμου 4001/2011, και ειδικότερα των άρθρων 22, 96, 120, 132 και 140. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται σε ένα ιδιαιτέρως δυσμενές οικονομικό περιβάλλον για τη χώρα, όπου ο συνδυασμός α) των πραγματικών, δομικών και λειτουργικών, συνθηκών της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, β) της ασφυκτικής χρηματοοικονομικής συγκυρίας, και γ) της ταυτόχρονης μείωσης της κατανάλωσης, απαιτεί ιδιαιτέρως προσεκτικούς και υπολογισμένους χειρισμούς, ώστε να αποφευχθούν απότομες ανατροπές στην εύθραυστη ισορροπία της εγχώριας αγοράς, οι οποίες, με βεβαιότητα, δεν θα επέτρεπαν την ομαλή ένταξη της ελληνικής ενεργειακής αγοράς στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, ούτε και τη σταδιακή ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού σε αυτήν, προς όφελος τελικά του έλληνα καταναλωτή και της εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού παρουσιάζει σημαντικές δομικές στρεβλώσεις και αδυναμίες, οι οποίες δεν έχουν επιτρέψει μέχρι σήμερα την ανάπτυξη ανταγωνιστικών δυνάμεων, που θα επέφεραν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα στην αγορά, προς όφελος των καταναλωτών. Η δύναμη της αγοράς (market power) που ιστορικά διαθέτει η ΔΕΗ Α.Ε., η οποία, αφ’ ενός έχει το πλέον ανταγωνιστικό μίγμα καυσίμου, ως η μόνη διαθέτουσα λιγνιτική και (μεγάλης κλίμακας) υδροηλεκτρική παραγωγή, αφ’ ετέρου, λόγω της καθετοποιημένης δραστηριότητάς της, δεν έχει ανάλογη συμπεριφορά με τους υπόλοιπους παραγωγούς που συμμετέχουν στην αγορά, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ανάγκη λήψης ρυθμιστικών μέτρων, για τον περιορισμό της καθοριστικής αυτής δύναμης και της εξ αυτής προερχόμενης ανισορροπίας στην αγορά. Οι ιδιώτες παραγωγοί που έχουν ενταχθεί στην εν λόγω αγορά, διαθέτουν μόνο μονάδες φυσικού αερίου, οι υψηλές τιμές και η υψηλή φορολόγηση του οποίου, δεν επιτρέπουν στις μονάδες αυτές να δράσουν ανταγωνιστικά. Επιπλέον, η πολύ χαμηλή ανταγωνιστικότητα της αγοράς φυσικού αερίου συντηρεί τις υψηλές τιμές του συγκεκριμένου καυσίμου και δεν επιτρέπει ούτε τη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς των παραγωγών αυτών, ακόμα και στο μεταξύ τους ανταγωνισμό με ομοειδείς μονάδες. Τα ειδικά αυτά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά γίνονται ακόμα πιο σύνθετα και δισεπίλυτα, λαμβάνοντας υπ’ όψη την επίπτωση που έχει η ταχύτατη, τελείως απρογραμμάτιστη και μη ισορροπημένη, διείσδυση των ΑΠΕ, και ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών, στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, γεγονός που έχει επηρεάσει καθοριστικά και αντίστοιχες αγορές ενέργειας σε διεθνές επίπεδο. Η μέχρι σήμερα κατανόηση της οικονομικής διάστασης των ηλεκτρικών αγορών έχει ουσιωδώς μεταβληθεί, εφ’ όσον είναι απολύτως σαφές ότι η βιωσιμότητα των συμβατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που μέχρι σήμερα είχαν τη δυνατότητα, σε ομαλά λειτουργούσες αγορές, να ανακτούν τα λειτουργικά και κεφαλαιουχικά τους κόστη μέσω της καθημερινής λειτουργίας τους, πλήττεται πλέον λόγω της σημαντικής μείωσης των ωρών λειτουργίας τους, από την υποκατάστασή τους από την παραγωγή των ΑΠΕ. Αυτή η εξέλιξη, δημιουργεί την ανάγκη ανάπτυξης νέων μηχανισμών και νέων διακριτών αγορών, όπου οι συμβατικές μονάδες θα είναι σε θέση να ανακτούν τα κόστη τους, παρέχοντας πλέον όχι ενοποιημένα (bundled) ενεργειακά προϊόντα, αλλά διακριτά προϊόντα εφεδρείας, επικουρικών υπηρεσιών, αξιόπιστης διαθεσιμότητας κ.α., προϊόντα των οποίων η ανάγκη θα αυξάνεται, όσο θα αυξάνεται και η κυμαινόμενη/διακοπτόμενη (intermittent) παραγωγή των ΑΠΕ. Πέραν των ανωτέρω, η διεθνής συγκυρία έχει υποκρύψει μέχρι στιγμής τη βαρύτητα και την αρνητική δυναμική που μπορεί να έχει στην εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, και συνεπώς στην ανταγωνιστικότητα της εθνικής μας οικονομίας, το κόστος του Μηχανισμού Εμπορίας Ρύπων, η μεταβλητότητα του οποίου αποτελεί σήμερα καθοριστικό ανασταλτικό παράγοντα για τη διαμόρφωση μια σαφούς εθνικής στρατηγικής, όσον αφορά το βέλτιστο μίγμα καυσίμου για την οικονομία της χώρας. Υπό τους όρους αυτούς, και λαμβάνοντας υπ’ όψη τη γενικότερη συγκυρία, το ενδεχόμενο απαξίωσης εγχώριων υποδομών που έχουν λίγα μόνο χρόνια λειτουργίας, ή βρίσκονται ακόμα σε στάδιο κατασκευής, θα είχε ιδιαιτέρως αρνητικά αποτελέσματα για τη λειτουργικότητα και ευστάθεια του ηλεκτρικού μας συστήματος (βλ. συνημμένη παρουσίαση του ΑΔΜΗΕ). Τα μέτρα που αποφασίστηκαν, αλλά και ο τρόπος εφαρμογής τους, πρέπει να θεωρηθούν ως ειδικά ρυθμιστικά μέτρα, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, που έχουν ως σκοπό τη διατήρηση των εύθραυστων ισορροπιών σε ένα ιδιαιτέρως δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, υποστηρίζοντας αφ’ ενός την τεχνική και οικονομική δυνατότητα των υφιστάμενων υποδομών προς εξασφάλιση του απρόσκοπτου εφοδιασμού της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια, αφ’ ετέρου δημιουργώντας σταδιακά τις κατάλληλες συνθήκες στην εγχώρια αγορά, ώστε να είναι δυνατή η ανάπτυξη διατηρήσιμων και αποδοτικών συνθηκών ανταγωνισμού. Οι συνθήκες αυτές αφ’ ενός θα μπορούν και θα πρέπει να επιτρέπουν την ανάκτηση του κόστους λειτουργίας και συντήρησης των εν λόγω υποδομών, αφ’ ετέρου θα το επιτυγχάνουν με τον πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο, επ’ ωφελεία του τελικού καταναλωτή και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Τα ως άνω ρυθμιστικά μέτρα δεν αίρουν άμεσα τις υφιστάμενες στρεβλώσεις της αγοράς, μετριάζουν όμως σημαντικά τον όποιο αρνητικό τους αντίκτυπο, ταυτοχρόνως δε παρέχουν και τον αναγκαίο χρόνο για το σχεδιασμό και την εφαρμογή νέων μηχανισμών και νέων μέτρων, τα οποία σταδιακά θα επιτρέψουν τη διαμόρφωση συνθηκών υγιούς και ισότιμου ανταγωνισμού, περιορίζοντας έτσι την, πιεστική σήμερα, ανάγκη λήψης ρυθμιστικών μέτρων που να διασφαλίζουν τη στοιχειωδώς εύρυθμη λειτουργία της εγχώριας αγοράς. Τα ρυθμιστικά μέτρα που αποφασίστηκαν από τη ΡΑΕ έχουν ως εξής: Α) Άμεση κατάργηση του περιθωρίου του μηχανισμού ανάκτησης μεταβλητού κόστους, δηλ. από 10% που είναι σήμερα σε 0%. Ο ίδιος ο μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους θα καταργηθεί πλήρως από την 1η Ιουλίου 2014. Β) Κατάργηση, από την 1η Ιανουαρίου 2014, του κανόνα του 30% σχετικά με την υποβολή προσφορών από μονάδες παραγωγής. Γ) Άμεση αναδιοργάνωση του Μεταβατικού Μηχανισμού Διασφάλισης Ισχύος. Παραμένει σε ισχύ ο υφιστάμενος μηχανισμός, με τις εξής σημαντικές διαφοροποιήσεις: - Απεντάσσονται άμεσα από την κατάλογο των μονάδων που λαμβάνουν πληρωμές ΑΔΙ μονάδες της ΔΕΗ, οι οποίες είναι πρακτικά εκτός λειτουργίας, συνολικής ισχύος 1249 MW(UCAP). - Το σύνολο των υπόλοιπων διαθέσιμων μονάδων, συνολικής ισχύος 10339 MW (UCAP), δικαιούνται πληρωμής από το Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος βάσει των ισχυόντων. - Οι μονάδες φυσικού αερίου (συνδυασμένοι κύκλοι και αεριοστρόβιλοι ανοικτού κύκλου), συνολικής ισχύος 3998 ΜW (UCAP), εκδίδουν δεύτερο ΑΔΙ για τη διαθέσιμη ισχύ τους και δικαιούνται επίσης πληρωμής από το Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος κατ’ αναλογία των ισχυόντων. - Οι προμηθευτές οφείλουν να συμμετέχουν στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος με ποσό ίσο με 56,000 €/MW και έτος, βάσει της πραγματικής κατανάλωσης των πελατών τους, συνυπολογίζοντας στη μετρούμενη στα όρια του Συστήματος αιχμή τη διεσπαρμένη παραγωγή ΑΠΕ του Δικτύου. Τα ως άνω μέτρα, όπως ήδη τονίστηκε, αφορούν βραχεία μεταβατική περίοδο (μέχρι το τέλος του επομένου έτους αξιοπιστίας, δηλ. την 30η Σεπτεμβρίου 2014), ώσπου οι νέοι μηχανισμοί και τα νέα μέτρα που έχουν προταθεί, και ήδη εξειδικεύονται από τη ΡΑΕ, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της για τη συνολική αναδιοργάνωση της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού, να τα υποκαταστήσουν. Οι νέοι αυτοί μηχανισμοί αφορούν ιδίως την πρόσβαση τρίτων στη λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή, μέσω δημοπρασιών τύπου ΝΟΜΕ. Τέλος, επισημαίνεται και πάλι ότι τα εν τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα στοχεύουν στη διατήρηση μιας σχετικής οικονομικής ισορροπίας μεταξύ των συμμετεχόντων στην εγχώρια αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει και τη διατήρηση της διαθεσιμότητας, υπό τις σημερινές δυσμενείς συνθήκες, των υφιστάμενων και προγραμματισμένων υποδομών που έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα λειτουργίας, έτσι ώστε αυτές να είναι εν τοις πράγμασι διαθέσιμες στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν, τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή ενεργειακή αγορά. Οι παράγοντες αβεβαιότητας που επικρατούν στις αγορές αυτές είναι επί του παρόντος πολύ ισχυροί και καθοριστικοί, και επιβάλλουν οι όποιες ρυθμιστικές αποφάσεις να λαμβάνουν υπ’ όψη τους το ενδεχόμενο σημαντικών και απότομων μεταβολών στις επικρατούσες σήμερα συνθήκε

http://www.rae.gr/

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου