Παρασκευή, Ιουνίου 07, 2013
Γενναίες ρυθμίσεις, με κοινό παρονομαστή την εξισορρόπηση της ηλεκτρικής αγοράς, καλούνται να λάβουν ΥΠΕΚΑ και ΡΑΕ, ώστε να αρθούν οι υφιστάμενες στρεβλώσεις, να περιορισθεί το μονοπώλιο της ΔΕΗ, να προστατευθούν οι επενδύσεις των ιδιωτών παραγωγών και να διασφαλισθεί φθηνή ενέργεια για λογαριασμό όλων των καταναλωτών. Η προσπάθεια αυτή εκτιμάται ότι δεν θα είναι εύκολη, δεδομένου ότι απαιτείται η μετάβαση από ένα καθεστώς προστατευτισμού σε περιβάλλον πλήρους και υγιούς ανταγωνισμού. Κρίνεται, ωστόσο, αναγκαία, παρά τις επιμέρους πιέσεις που ασκούνται από συμφέροντα που έχουν παγιώσει ευκαιριακές συμπεριφορές, με την παράθεση ιδιοτελών επιχειρημάτων. Θεωρείται, επίσης, κρίσιμη, προκειμένου να αποφευχθούν συνέπειες που θα οδηγούσαν σε εκτροχιασμό της αγοράς.

Ενόψει της αναμονής του πρώτου πακέτου αποφάσεων της ΡΑΕ για την αναδιοργάνωση της χονδρεμπορικής αγοράς, την ερχόμενη εβδομάδα, θα επιχειρήσουμε μία αναδρομή στο πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση, τα προβλήματα που υπάρχουν και θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την επόμενη ημέρα.

Κατά την τελευταία 15ετία η πολιτεία, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της ενεργειακής αγοράς και της εναρμόνισης με την πολιτική της Ε.Ε. για την προστασία του περιβάλλοντος, έλαβε μια σειρά μέτρων, που διαμόρφωσαν το ενεργειακό μίγμα που χρησιμοποιείται σήμερα. Άμεσες προτεραιότητες ήταν η προώθηση του φυσικού αερίου και των ΑΠΕ. Η πολιτική αυτή είχε πολλαπλά αποτελέσματα.
Δημιουργήθηκε, καταρχήν, μια αγορά φυσικού αερίου, με την προώθηση μακροπρόθεσμων συμβάσεων για την αγορά του προϊόντος από παραγωγές χώρες, με ρήτρες υποχρεωτικής παραλαβής (take or pay). Κομβικό σημείο αυτής της αγοράς ήταν η μακροπρόθεσμη σύμβαση προμήθειας φυσικού αερίου από τη ΔΕΗ.
Αδειοδοτήθηκαν, κατά δεύτερον, νέες μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού από ανεξάρτητους παραγωγούς, ώστε να καλυφθεί το παρατηρούμενο στα μέσα της δεκαετίας του 2000 σοβαρό έλλειμμα εγκατεστημένης ισχύος.
Προωθήθηκαν, κατά τρίτον μονάδες ΑΠΕ με γενναίες επιδοτήσεις.
Απορρίφθηκε, τέλος, η χρήση του φθηνού λιθάνθρακα.

Οι ιδιωτικές μονάδες φυσικού αερίου υποκατέστησαν κυρίως πετρελαϊκές μονάδες με υψηλό κόστος παραγωγής, εισαγωγές και αντιοικονομικές, λόγω παλαιότητας, μονάδες φυσικού αερίου της ΔΕΗ, όπως, για παράδειγμα, το Κερατσίνι. Το ενεργειακό μίγμα της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία του 2012, αποτελείται κατά 52% από λιγνίτες, 26% φυσικό αέριο, 11% ΑΠΕ, 8% νερά και 3% εισαγωγές. Η ΔΕΗ εξακολουθεί να κατέχει το σύνολο των φθηνών πηγών ενέργειας.

Σύμφωνα με ιδιώτες παραγωγούς, το εισόδημα της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού προέρχεται από την πώληση της ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές, όπου έχει μονοπωλιακό μερίδιο, και όχι από την πώληση της παραγωγής στη χονδρεμπορική αγορά , την τιμή της οποίας ελέγχει απόλυτα. Η ΔΕΗ, λένε οι ίδιες πηγές, επιδιώκει να διατηρήσει την ΟΤΣ όσο γίνεται πιο χαμηλά, αφού έτσι αγοράζει την παραγωγή ΑΠΕ σε χαμηλή τιμή και επιπλέον, εισάγει ενέργεια σε επίσης χαμηλή τιμή. Έτσι, η ΔΕΗ πραγματοποιεί ασφαλή κέρδη, ενώ το ποσό που γλυτώνει από την αγορά της παραγωγής ΑΠΕ το επιβαρύνεται ο τελικός καταναλωτής, μέσω του ΕΤΜΕΑΡ.
Καθώς, η ΟΤΣ προσδιορίζεται κυρίως από τις προσφορές των λιγνιτικών μονάδων σε τιμή πολύ χαμηλότερη του κόστους αγοράς του φυσικού αερίου, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι μονάδες που καίνε φυσικό αέριο και ειδικότερα αυτές των ανεξάρτητων παραγωγών που δεν διαθέτουν χαρτοφυλάκιο φθηνών πηγών ενέργειας, κρίθηκε επιβεβλημένη η λειτουργία ορισμένων μεταβατικών μηχανισμών. Διαφορετικά το 26% του φορτίου που καλύπτεται από τις μονάδες φυσικού αερίου δεν θα μπορούσε να καλυφθεί, με συνέπεια να υπάρχουν προβλήματα στην κάλυψη της ζήτησης.

Οι πηγές που μίλησαν στο energia.gr χαρακτήρισαν επικοινωνιακή στρατηγική την αναφερόμενη από τη ΔΕΗ ως δαπάνη κάλυψης του μεταβλητού κόστους, καθώς το 80% της δαπάνης αυτής αντιστοιχεί στο κόστος αγοράς του φυσικού αερίου για την παραγωγή ενέργειας. Εφόσον η ενέργεια αυτή, τονίζεται, είναι απαραίτητη για την κάλυψη των αναγκών του Συστήματος, είναι αναγκαία και η δαπάνη για την προμήθεια του φυσικού αερίου.

Το 2013 καταγράφεται ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο. Η μαζική είσοδος παραγωγής από ΑΠΕ στο Σύστημα, η οποία, καίτοι είναι ακριβή, εισάγεται πρώτη. Κλήθηκε, λοιπόν η ΡΑΕ να επιλύσει το πρόβλημα ρύθμισης των μεταβατικών μηχανισμών, ώστε να επιτυγχάνεται και το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και να μην κινδυνεύει η επάρκεια. Στην επίλυση αυτού του σύνθετου προβλήματος κομβικό σημείο θεωρείται η αγορά φυσικού αερίου. Κρίσιμος παράγοντας ο οποίος υποδεικνύεται ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι τα μακροχρόνια συμβόλαια που έχουν συνάψει με τη ΔΕΠΑ τόσο η ΔΕΗ, όσο και οι ανεξάρτητοι παραγωγοί και τα οποία προβλέπουν ρήτρες υποχρεωτικής παραλαβής. Αντίστοιχα συμβόλαια έχει υπογράψει και η ΔΕΠΑ με μεγάλους προμηθευτές από τη Ρωσία, την Αλγερία και την Τουρκία. Να σημειωθεί ότι το ποσοστό του φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην ηλεκτροπαραγωγή είναι περίπου 65-70%.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες που μετέδωσε το energia.gr την προηγούμενη Τρίτη, αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η ΡΑΕ προσανατολίζεται στο πρώτο πακέτο των μέτρων που θα ανακοινώσει την ερχόμενη εβδομάδα να προτείνει τη διατήρηση μεν του cost recovery, αλλά το μηδενισμό της ισχύουσας αύξησης 10% επί του μεταβλητού κόστους, συν το διπλασιασμό των ΑΔΙ, σε συνδυασμό με την απόσυρση έως και 1300 MW παλαιών λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν, ενόψει των μέτρων της ΡΑΕ, ότι οι αγορές του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου θα πρέπει να κινούνται εναρμονισμένα, ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος εκτροχιασμού, είτε της μιας, είτε της άλλης. Οι δύο αγορές, επισημαίνεται, πρέπει να διατηρηθούν και να απελευθερωθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε μέσω του υγιούς ανταγωνισμού να προκύψουν τόσο καλύτερες τιμές για τον τελικό καταναλωτή, όσο και νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τη χώρα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου